2ο Ευρωπαϊκό 

Κοινωνικό 

Φόρουμ

Παρίσι 12-15 Νοεμβρίου 2003

Αρχική σελίδα 

                       

Δικαιώματα του παιδιού και εκπαιδευτικός αποκλεισμός στην Ελλάδα

 

Ιωάννα Τσολακοπούλου

 

Η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του ΟΗΕ το 1948, η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού το 1959 (ΟΗΕ, UNICEF) και η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού του 1989 - έχουν επικυρωθεί από την ελληνική βουλή - αλλά και το ελληνικό Σύνταγμα διακηρύσσουν ότι "η ανθρωπότητα οφείλει να δώσει στο παιδί το καλύτερο που μπορεί". Το άρθρο 26 της Οικουμενικής Διακήρυξης του 1948 αναφέρει ότι "η στοιχειώδης εκπαίδευση πρέπει να παρέχεται δωρεάν και είναι υποχρεωτική... Πρέπει να αποβλέπει στην πλήρη ανάπτυξη της προσωπικότητας... να προάγει την κατανόηση, την ανεκτικότητα και τη φιλία ανάμεσα σε όλα τα έθνη και σε όλες τις φυλές και τις θρησκευτικές ομάδες και ...να συμβάλλει στη διατήρηση της ειρήνης".

 

Η 11η Δεκεμβρίου μάλιστα έχει καθιερωθεί ως "Ημέρα του Παιδιού". Αυτό κατά τη γνώμη μου, αν δεν αποτελεί άλλοθι, μάλλον είναι ειρωνεία. Μπορεί να διοργανώνονται τηλεμαραθώνιοι για να στείλουμε την ελεημοσύνη μας στα παιδιά που υποφέρουν, αλλά ποια είναι η πραγματικότητα; Και μπορούν να την αλλάξουν μόνα τους τα ελεήμονα αισθήματα των ευαισθητοποιημένων πολιτών; Ενδεικτικά θα αναφέρουμε κάποια νούμερα: 250 εκ. παιδιά εργάζονται σε συνθήκες σκλαβιάς. 600 χιλιάδες πέθαναν στο Ιράκ λόγω εμπάργκο. Πόσες χιλιάδες - θύματα του τελευταίου πολέμου - πρέπει να προσθέσουμε σ' αυτά; Εκατομμύρια είναι τα θύματα εμπορίας, σεξουαλικής εκμετάλλευσης, κακοποίησης. Μόνο από το Σεπτέμβριο του '95 μέχρι το Μάιο του 97 προωθήθηκαν στην Ελλάδα για σεξουαλική εκμετάλλευση 3.000 ανήλικα. (έρευνα Γ. Λάζου, Συνέδριο Ιδρύματος Μαραγκοπούλου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, 27/5/97)

 

Κοινωνικός και εκπαιδευτικός αποκλεισμός στην Ελλάδα

 

Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '70 στην Ελλάδα ο αριθμός των αλλοδαπών δεν ήταν σημαντικός. Το1981, σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπ. Εργασίας, δεν ξεπερνούσαν τις 30.000. Μετά τη δεκαετία του '70 έχουμε μια μαζική παλιννόστηση Ελλήνων μεταναστών από τη Δ. Γερμανία.  Τη δεκαετία του '90 θα σημειωθεί μαζική εισροή μεταναστών/τριων, αρχικά Ελληνοποντίων και στη συνέχεια και από άλλες εθνότητες μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και των καθεστώτων του "υπαρκτού σοσιαλισμού" στα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. Σ΄ αυτούς πρέπει να προστεθούν οι Κούρδοι που καταφεύγουν στην Ελλάδα από την Τουρκία και το Ιράκ σε αναζήτηση ασύλου. Υπάρχουν όμως και τα θύματα των στρατιωτικών επεμβάσεων των Η.Π.Α. και των συμμάχων τους στο Αφγανιστάν και τη Μέση Ανατολή, που οι δουλέμποροι εγκαταλείπουν στο έλεος των κυμάτων ή στις ελληνικές ακτές.

 

Σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας απογραφής του 2001, επίσημα καταγεγραμμένοι αλλοδαποί/πες στην Ελλάδα είναι κοντά στο 1 εκατομμύριο, αλλά στην πραγματικότητα το ξεπερνούν. Δηλ. αποτελούν το 10% του πληθυσμού της χώρας μας.

 

Τα φαινόμενα ρατσισμού και ξενοφοβίας ήταν πιο έντονα τη δεκαετία του '90, αλλά εξακολουθούν να εμφανίζονται και σήμερα. Ο  δήμαρχος Θέρμης π.χ. στο νομό Θεσσαλονίκης απαγορεύει στους μη ομιλούντες Ελληνικά να χρησιμοποιούν τα λεωφορεία του Δήμου του χωρίς την άδειά του!

 

Αυτή η μεταβολή στη σύνθεση της ελληνικής κοινωνίας συνεπάγεται μεταβολή και στη σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού. Οι παλιννοστούντες και οι αλλοδαποί μαθητές και μαθήτριες όχι μόνον έχουν κάνει αισθητή την παρουσία τους στα σχολεία, αλλά σε μερικά αποτελούν και την πλειοψηφία. Στην Αθήνα κατά μέσο όρο οι δύο στους δέκα μαθητές είναι αλλοδαποί ή παλιννοστήσαντες. Σε ορισμένα κεντρικά σχολεία της Θεσσαλονίκης ή σε υποβαθμισμένων συνοικιών φθάνουν στο ποσοστό του 70 και 80% επί του συνόλου των μαθητών και μάλιστα με αυξητική τάση, αφού στα σχολεία αυτά πολλοί γηγενείς γονείς αρνούνται να εγγράψουν τα παιδιά τους με το επιχείρημα ότι έχει πέσει το επίπεδο διδασκαλίας.

 

Συγκεκριμένα: Το σχ. έτος 1999-2000 είχαμε: στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, σε σύνολο 601.186 μαθητών/τριων, 40.653 αλλοδαπούς, 17.918 παλιννοστούντες, 7.065 μουσουλμανόπαιδες και 8.500 τσιγγανόπουλα. Ποσοστό: 12.3%. Στη Δευτεροβάθμια Εκπ/ση: σε γενικό σύνολο 732.000, αλλοδαπούς/ες 16.475, παλιννοστούντες/σσες 11.192, μουσουλμανόπαιδες 1912 και τσιγγάνους/ες 1760. Ποσοστό 4,3%. Δηλαδή 6% στα γυμνάσια και 2% στα λύκεια.

 

Και μόνο με την παράθεση των παραπάνω στοιχείων γίνεται αντιληπτό ότι η πρόωρη εγκατάλειψη του σχολείου είναι αναπόφευχτη και μεγάλη. Στον αριθμό αυτό πρέπει να συμπεριλάβουμε και έναν αριθμό παιδιών που δεν διάβηκαν ποτέ την πόρτα του σχολείου - παιδιά του δρόμου, των φαναριών, χωρίς επίσημα έγγραφα κλπ- και άρα δεν καταγράφηκαν πουθενά, δηλαδή είναι "ανύπαρκτα" για τις στατιστικές! 

 

Η εκπαιδευτική πολιτική

 

Μέχρι τη δεκαετία του '70 δεν υπήρχε εκπαιδευτική πολιτική για τους αλλοδαπούς μαθητές. Έτσι, το πρώτο  μέτρο που έλαβαν οι κυβερνήσεις- αν μπορεί να χαρακτηριστεί ως μέτρο- για τους παλλιννοστούντες μαθητές και μαθήτριες ήταν η επιείκεια, δηλ. οι δάσκαλοι είχαν μειωμένες απαιτήσεις όσον αφορά στην επίδοσή τους στα μαθήματα. Με υπουργική απόφαση το 1980 και  με νόμο το 1983, λειτουργούν  "τάξεις υποδοχής" και "φροντιστηριακά τμήματα".

 

Η λογική των παραπάνω νόμων εντασσόταν στο πλαίσιο μιας αντισταθμιστικής - αφομοιωτικής πολιτικής με στόχο την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας με σκοπό την ένταξη και την προσαρμογή των παλιννοστούντων ελληνοπαίδων στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Παράλληλα, ιδρύθηκαν τα λεγόμενα σχολεία "Αποδήμων", τα οποία κατόπιν μετονομάστηκαν σε "Παλιννοστούντων" και αργότερα σε "Διαπολιτισμικά", εφόσον η σύνθεσή τους είναι πλέον πολυπολιτισμική. Σκοπός των σχολείων αυτών ήταν να προετοιμάσουν τους μαθητές και μαθήτριές τους ώστε να ενταχθούν στα κανονικά σχολεία. Όμως στην πράξη δεν έγινε αυτό. Στη συντριπτική τους πλειονότητα, οι μαθητές που αποφοιτούσαν από ένα τέτοιο σχολείο, συνέχιζαν στο αντίστοιχο σχολείο της επόμενης βαθμίδας. Αυτό ίσως οφείλεται στην ασφάλεια - οικειότητα που ένιωθαν οι μικροί μαθητές/τριες σε ένα σχολείο σαν αυτό και ο φόβος των ίδιων και των οικογενειών τους για το "κανονικό" σχολείο.

 

Για τους ενήλικες μετανάστες δεν υπάρχει "ούτε πρώτη ούτε δεύτερη ευκαιρία" να μορφωθούν. Η πρωτοποριακή προσπάθεια των συναδέλφων που ίδρυσαν και λειτουργούν με μύριες δυσκολίες το "Εθελοντικό Σχολείο Ελληνικής Γλώσσας" στο Μακεδονικό Ινστιτούτο Εργασίας - παράρτημα του Ε.Κ.Θεσ/νίκης, παρά την ανεκτίμητη προσφορά του, δεν μπορεί, αντικειμενικά, να καλύψει την έλλειψη δημόσιων σχολείων για την Εκπαίδευση των ενήλικων μεταναστών.

 

Στα σχολεία Παλιννοστούντων προβλέπεται ευελιξία όσον αφορά στο ωρολόγιο πρόγραμμα αλλά όχι όσον αφορά στο αναλυτικό, δηλ. τα μαθήματα και την ύλη που διδάσκονται σε κάθε τάξη. Επίσης λείπουν τα κατάλληλα εγχειρίδια διδασκαλίας και χρησιμοποιούνται τα αντίστοιχα των κανονικών σχολείων. Οι εκπαιδευτικοί δεν έχουν επιμορφωθεί κατάλληλα. Η ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη αυτών των παιδιών είναι ανύπαρκτη. (Π. Χαραμής, Εκπαίδευση και Κοινωνικός Αποκλεισμός των Παιδιών των Μεταναστών στην Ελλάδα, Σεμινάριο Επιμόρφωσης Ι.Π.Ο.Δ.Ε. - Ε.ΔΙΑ.Μ.ΜΕ).

 

Από την άλλη πλευρά, τα παιδιά που εγγράφονται στα κανονικά -  ελληνικά σχολεία αντιμετωπίζουν πολύ μεγάλες δυσκολίες, πράγμα που οφείλεται στον προσανατολισμό του ελληνικού σχολείου. Το ελληνικό σχολείο είναι άκρως συγκεντρωτικό. Τα διδακτικά βιβλία ίδια για όλη τη χώρα, το πρόγραμμα σπουδών ανελαστικό, η οργάνωση και λειτουργία του σχολείου συγκεντρωτική, το σύστημα της βαθμολογίας  και των γραπτών εξετάσεων εξοντωτικά. Οι καθηγητές ανέτοιμοι, και επομένως ανήμποροι να βοηθήσουν - ενίοτε οι προκαταλήψεις  τους κάνουν αδιάφορους. Οι σύλλογοι των Γονέων - Κηδεμόνων φθάνουν κάποιες φορές σε σημείο εχθρότητας, ιδίως όταν τα γηγενή παιδιά υποσκελίζονται ως προς την επίδοση στα μαθήματα από τους πρόσφυγες μαθητές.

 

Κραυγαλέα παραδείγματα ο αποκλεισμός του αλβανικής καταγωγής Οδυσσέα Τζενάι από τη θέση του σημαιοφόρου στο Γυμνάσιο - Λύκειο Ν. Μηχανιώνας, αφού κατά τον "γενετιστή" νομάρχη Θεσσαλονίκης "Έλληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι(!)". Αλλά και η έξωση - μεταστέγαση του Γυμνασίου - Λυκείου Παλιννοστούντων  από σχολικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης, μετά από κατάληψη που πραγματοποίησαν οι μαθητές με την υποκίνηση των Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων και την έγκριση των τοπικών εκπαιδευτικών αρχών.

 

Το μέτρο της επιείκειας που αναφέραμε πιο πάνω ισχύει και στα κανονικά σχολεία. Επιπρόσθετα, οι μαθητές/τριες που δεν γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα, τον πρώτο χρόνο στην Ελλάδα βαθμολογούνται με βάση το 8 σε όλα τα μαθήματα και όχι το 10 που ισχύει για τους Έλληνες και το δεύτερο χρόνο με βάση το 8 στα γλωσσικά μαθήματα.

Μια άλλη δυσκολία προέρχεται από το γεγονός ότι πολλοί μετανάστες/τριες δεν μπορούν να εγγράψουν τα παιδιά τους στο σχολείο, γιατί δεν έχουν τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, είτε γιατί έφυγαν εσπευσμένα είτε γιατί δεν είναι "νόμιμοι". Πολλοί πάλι αναγκάζονται να στέλνουν τα παιδιά τους να εργαστούν για να ενισχύσουν το οικογενειακό εισόδημα ή γιατί είναι τα μόνα τα οποία φέρνουν κάποια χρήματα στην οικογένεια. Πολλές είναι και οι περιπτώσεις παιδικής εκμετάλλευσης.

 

Βέβαια, οι μετανάστες/τριες δεν αποτελούν ένα ομοιόμορφο και ομοιογενές σύνολο, ούτε βλέπουν τη θέση τους στη χώρα μας από την ίδια οπτική γωνία, ούτε κι έχουν τις ίδιες επιδιώξεις. Κατά γενική εκτίμηση των εκπαιδευτικών, οι μαθητές/τριες από την Αλβανία είναι πιο δεκτικοί και πιο θετικοί απέναντι στο ελληνικό σχολείο και προσαρμόζονται πιο εύκολα. Νομίζω πως σ' αυτό συνεργεί η στάση των γονέων τους που στην πλειονότητά τους δίνουν ιδιαίτερη σημασία στη μόρφωση των παιδιών τους.

 

Διαφορετική βέβαια είναι η κατάσταση όσον αφορά τους ξένους μετανάστες από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτοί στέλνουν τα παιδιά τους στα ξένα ιδιωτικά σχολεία, όπου διδάσκονται τα μαθήματα στη μητρική τους γλώσσα.

 

Οι Τσιγγάνοι

 

Στην Ελλάδα ζει ένας σημαντικός αριθμός Τσιγγάνων, στις πιο υποβαθμισμένες περιοχές, άλλοι σε σπίτια άλλοι σε καταυλισμούς. Πολλοί είναι μετακινούμενοι. Μητρική τους γλώσσα  είναι η Ρομανές και η ελληνική η δεύτερη γλώσσα τους. Οι μισοί περίπου είναι αναλφάβητοι.

 

Στο Δημοτικό Σχολείο δεν είναι εγγεγραμμένα όλα τα παιδιά αλλά το 67,8%. Από αυτά μόνο τα μισά παρακολουθούν κανονικά. Στο Γυμνάσιο φοιτούν πολύ λίγα - πιο λίγα το τελειώνουν. Το Λύκειο ελάχιστα. Το σχολείο ελάχιστα ενδιαφέρεται για τους Τσιγγάνους και οι Τσιγγάνοι δυσπιστούν προς το σχολείο. (Τρέσσου Λίτσα, "Κοινωνικός αποκλεισμός και εκπαίδευση")

 

Φυσικά, δεν υπάρχουν εκπαιδευτικοί Τσιγγάνοι. Ο ηρωισμός κάποιων δασκάλων και οι όποιες φιλότιμες ατομικές προσπάθειες να βελτιωθούν τα πράγματα δεν είναι παρά σταγόνα στο ωκεανό. Όσο το σχολείο δεν αγκαλιάζει τις ιδιαιτερότητες του πληθυσμού αυτού, και το υποβαθμισμένο περιβάλλον στο οποίο ζουν, τα παιδιά αυτά θα είναι αποκλεισμένα από αυτό.

 

Εξάλλου τα διάφορα προγράμματα που έχουν εφαρμοστεί, όπως τα Πειραματικά Τμήματα Λαϊκής Επιμόρφωσης στην ουσία αναπαράγουν την προβληματική σχέση των Τσιγγάνων με το σχολείο.

 

Όσο για τα προγράμματα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων "Ένταξη Τσιγγανοπαίδων στο Σχολείο", στο πλαίσιο του ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ  και του Κε.Δ.Α "Εκπαίδευση Παλιννοστούντων και Αλλοδαπών Μαθητών",  οι στόχοι είναι φιλόδοξοι μεν αλλά είναι σε στάδιο πειραματικής εφαρμογής.

 

Οι Μουσουλμάνοι της Θράκης

 

Οι Μουσουλμάνοι της Θράκης, μια αναγνωρισμένη από τη Συνθήκη της Λωζάνης θρησκευτική μειονότητα, αποτελείται από Τούρκους, Πομάκους και Τσιγγάνους. Δυστυχώς, όπως και κάθε μειονότητα στα Βαλκάνια, - σήμερα ίσως λιγότερο - θεωρούνταν "αποσταθεροποιητικός παράγων", ένας  δυνάμει εχθρός. Έτσι εφαρμόζονταν πολιτικές διακρίσεων, αποκλεισμών, προσπάθεια απομάκρυνσής τους από τη χώρα.

Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάνης, το ελληνικό κράτος οφείλει να εξασφαλίσει στα παιδιά της μειονότητας ξεχωριστή πρωτοβάθμια εκπαίδευση, σε σχολεία με μικτό εκπαιδευτικό προσωπικό, σε δύο γλώσσες (ελληνική και μητρική). Όλο τον προηγούμενο αιώνα κυριάρχησαν "αντιλήψεις εθνικιστικές - αφομοιωτικές, μη σεβασμού των ιδιαιτεροτήτων της μειονότητας. Από το 1950 έχουμε ένα πλέγμα παρεμβάσεων για να εξασφαλιστούν οι ισορροπίες. Πολιτιστικές συμφωνίες και πρωτόκολλα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ερήμην των μειονοτήτων, ως ένα είδος δούναι και λαβείν στις διακρατικές σχέσεις", γράφει ο μειονοτικός πρώην βουλευτής Θράκης  Μουσταφά Μουσταφά.

 

Ποια είναι η κατάσταση

 

Στη Θράκη λειτουργούν 232 Δημοτικά Σχολεία με 9.000 περίπου μαθητές. Μουσουλμάνοι εκπαιδευτικοί διδάσκουν τουρκικά, μαθηματικά, φυσική, χημεία, θρησκευτικά, γυμναστική, μουσική, τεχνολογία. Έλληνες διδάσκουν την ελληνική γλώσσα και τα υπόλοιπα μαθήματα στα ελληνικά. Οι μουσουλμάνοι μαθητές και μαθήτριες δεν έχουν καμία επαφή με τους μαθητές και μαθήτριες της ελληνικής κοινότητας στη Θράκη.

 

Μετά την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση τα παιδιά δεν είναι έτοιμα και δεν προχωρούν στη Δευτεροβάθμια, έτσι ένα μικρό ποσοστό ολοκληρώνει τον κύκλο της Υποχρεωτικής Δημόσιας Εκπαίδευσης. Πολύ μικρό ποσοστό συνεχίζει και ολοκληρώνει τη Δευτεροβάθμια, ελάχιστα πηγαίνουν στο Πανεπιστήμιο. (Τρέσσου Λίτσα, "Κοινωνικός αποκλεισμός και εκπαίδευση"). Είναι θετικό το μέτρο της ποσόστωσης του 0,5% επί των εισακτέων για τους Μουσουλμάνους, αλλά προφανώς δεν αποτελεί λύση.

 

Αποτέλεσμα: οι μαθητές/τριες διατηρούν και εκφράζουν μόνο τα δικά τους πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Όμως δεν δημιουργούνται προϋποθέσεις για ίσες ευκαιρίες στη Εκπαίδευση. Τα παιδιά έχουν πολύ μικρές δυνατότητες να συνεχίσουν στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και ελάχιστες πιθανότητες να εισαχθούν σε κάποιο Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα.

 

Έτσι η μειονότητα δικαιολογημένα διακατέχεται από φόβο, επιφύλαξη, καχυποψία, εφόσον το δικαίωμα του αυτοκαθορισμού των μειονοτήτων αντιμετωπίζεται ως "ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της εθνικής ομοιογένειας, ως πρόβλημα εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας". Απαιτούνται λοιπόν γενναίες πολιτικές αποφάσεις σε εθνικό και διακρατικό επίπεδο ώστε:

 

* η μειονότητα να βγει από τη γκετοποίησή της

* να πειστεί ότι δεν κινδυνεύει να χάσει την εθνική - πολιτιστική της ταυτότητα και να αφομοιωθεί από την επικρατούσα

* να πάψουν οι μειονότητες να θεωρούνται κίνδυνος. Απεναντίας, μπορούν να αποτελέσουν έναν κρίκο σε μια προσπάθεια ειλικρινούς φιλίας με τους γειτονικούς λαούς.

 

Δεν είναι όμως μόνον τα παιδιά των μεταναστών, των προσφύγων, των Τσιγγάνων και των Μουσουλμάνων που βιώνουν τον αποκλεισμό από το σχολείο. Σύμφωνα με το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, παιδιά και νέοι αποκλείονται από την εκπαίδευση που "κατά 90% και πάνω προέρχονται από οικογένειες με χαμηλό κοινωνικό, οικονομικό και επαγγελματικό επίπεδο". Σύμφωνα με την απογραφή του 2001, το 11,7% των νέων ηλικίας 20-24 ετών δεν έχει ολοκληρώσει την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση.

 

 Συγκεκριμένα πρόκειται:

 

* για παιδιά από αγροτικές οικογένειες με χαμηλό εισόδημα και χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης.

* Για παιδιά από εργατικές οικογένειες με χαμηλό εισόδημα ή με άνεργους ή αγράμματους γονείς(εφημερίδα ΒΗΜΑ, 16/6/02)

Όσο υπάρχουν άνθρωποι, ομάδες, μειονότητες που ζουν στο περιθώριο δεν πρόκειται, όσες φιλότιμες προσπάθειες κι αν γίνουν, να έχουμε θεαματικά αποτελέσματα, όσον αφορά την εκπαίδευση των παιδιών τους. Αυτό όμως δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι.

 

Μερικές σκέψεις για το τι  μπορεί να γίνει.

 

1. οι μαθητές/τριες πρέπει πρώτα να βοηθηθούν στην εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας - ώστε να ξεπεραστεί ο σημαντικότερος φραγμός - με ταχύρυθμα τμήματα, τάξεις υποδοχής, φροντιστηριακά μαθήματα

2. παρουσία στην τάξη και δεύτερου καθηγητή - γνώστη της γλώσσας προέλευσης των μαθητών

3. αναδόμηση των αναλυτικών προγραμμάτων

4. αλλαγή της μεθόδου διδασκαλίας - ενεργητική εμπλοκή των μαθητών

5. συνεχής επιμόρφωση των εκπαιδευτικών που με τη σειρά τους θα επιμορφώνουν τους νέους συναδέλφους

6. επαρκής υλικοτεχνική υποδομή, εργαστήρια, χρήση νέων τεχνολογιών κλπ

7. διασύνδεση των σχολείων και ανταλλαγή πληροφοριών και εκπαιδευτικού υλικού

8. μικρά τμήματα μαθητών/τριων

9. σεβασμός της κουλτούρας όλων και της διαφορετικότητας (Προτάσεις της Γ΄ ΕΛΜΕ Θεσ/νίκης, 7/4/03)

 

Ένα σχολείο, που δεν σέβεται και δεν καλλιεργεί την πολιτισμική διαφορετικότητα μέσα από μια κοινή εκπαίδευση "γηγενών" και "αλλοδαπών" μαθητών, μοιραία καταλήγει να λειτουργεί ως "χώρος παραγωγής" παραγκωνισμένων από εκπαιδευτική και κοινωνική άποψη ανθρώπων. Επομένως, το ζητούμενο είναι μια Εκπαίδευση Ενιαία - Ισότιμη για ντόπιους και ξένους, που θα σέβεται την πολλαπλότητα των πολιτισμών, θα προωθεί την αλληλεπίδραση και τη συγχώνευσή τους, στην πορεία προς μια ανοιχτή κοινωνία, χωρίς σύνορα και διακρίσεις.